07670 – Λιανοκέρια της μικρής πατρίδας Β”

«Μόια μάικα… Μάνα μου…» Της σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπο η Αρετή, άνοιξε η μικρή τα βλέφαρά της και την κοίταζε με μάτια μουσκεμένα. «Τη μάνα σου έβλεπες, Βάσιλκα; Τη φώναζες στον ύπνο σου…» «Τη μάνα μου δεν τη θυμάμαι, δεν τη γνώρισα ποτέ, πώς να τη δω;» της αποκρίθηκε σιγαλόφωνα, ανάκατα, μισά ελληνικά, μισά βουλγαρικά. […]